επελαφρίζω

ἐπελαφρίζω (AM)
1. μέσ. ἐπελαφρίζομαι
καθίσταμαι ελαφρότερος
μσν.
ανακουφίζω
αρχ.
μέσ. ανακουφίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπελαφριεῖ — ἐπελαφρίζω lighten fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐπελαφρίζω lighten fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρίζει — ἐπελαφρίζω lighten pres ind mp 2nd sg ἐπελαφρίζω lighten pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρίζοντα — ἐπελαφρίζω lighten pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπελαφρίζω lighten pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρίζουσι — ἐπελαφρίζω lighten pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπελαφρίζω lighten pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρίσαι — ἐπελαφρίζω lighten aor inf act ἐπελαφρίσαῑ , ἐπελαφρίζω lighten aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφριζομένην — ἐπελαφρίζω lighten pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφριζόμενα — ἐπελαφρίζω lighten pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφριζόμενοι — ἐπελαφρίζω lighten pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρισθείσης — ἐπελαφρίζω lighten aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπελαφρισθήσεται — ἐπελαφρίζω lighten fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.